Υπάρχει κάπου μια χώρα
χωρίς όνομα
χωρίς σημαία
Πήγα μια φορά
κι από τότε τη νοσταλγώ.
Την περισσότερη ώρα ήταν νύχτα
Ήταν κρεμασμένη
με προχειροδεμένους σπάγγους
μια ολοστρόγγυλη σελήνη
και γύρω χιλιάδες καρφιτσωμένες πινέζες
φανταχτερές στο μαύρο θόλο.
Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι γκράφιτι... σκάσαμε κι εμείς
με τα χρώματα της ελευθερίας
στην παλέτα μας.
Κάθε τέχνη είχε γκαλερί
τους φαγωμένους τοίχους
και η ποίηση
τις ανοιχτές ψυχές των ανθρώπων.
Γράφαμε σε σκισμένα χαρτιά
αποστάγματα
απ’ το βιος και τη φαντασία μας
Τα κάναμε κόπιες σε καμένα φωτοτυπικά
και τα μοιράζαμε τριγύρω
ή τα σηκώναμε ψηλά
και τ’ αφήναμε να τα πάρει ο άνεμος
για να ταξιδέψουνε πιο πέρα.
Απ’τις πλατείες βγαίναν ήχοι ηλεκτρικοί
Στα στενά η ηχώ τους μπερδευόταν
με τα γέλια των ανθρώπων
και των παιδιών
που παίζαν στο πλακόστρωτο.
Καθώς τα δάχτυλα γλιστρούσαν στις ταστιέρες
οι πένες καίγονταν
και γυαλίζαν στα πρόσωπα τα σκουλαρίκια,
παραδίπλα ερωτευόμασταν
δίχως κτήση κι έγνοια
και κάναμε έρωτα
κάτω απ’τους ουράνιους φεγγίτες.
Το πρωί πατούσαμε σταφύλια
και το ίδιο βράδυ
μεθυσμένοι απ’το ποτό της ζήσης
περπατούσαμε ξυπόλυτοι από ενοχές
συζητώντας για νοήματα φευγαλέα
και για το χώμα που άρχισε να υγραίνει.
Δεν ικετεύαμε απ’ ανάγκη
ούτε κόβαμε την ανάσα
μπρος σε συρματοπλέγματα.
Τα ρούχα μας
ήταν σκισμένα με τέχνη
κι οι ραφές τους
δεμένες με τις κλωστές
που κλέψαμε απ’τις μοίρες.
Η γλώσσα μας
δεν είχε κεφαλαία γράμματα
κτητικές αντωνυμίες
και χρόνους.
Τα σπίτια
δεν είχαν κλειδαριές και ματάκια
μα μεγάλες αυλές
με σπαρμένα
τα άνθη του κόσμου.
Και ήταν κτισμένα
με κομμάτια από τα συντρίμμια
των αρχαίων προτομών και αγαλμάτων.
Τα στάδια ήταν θέατρα
κι οι λεωφόροι ποταμοί
των γιορτών της άνοιξης
Κι εκείνη ήταν η μόνη φορά
που έβλεπες στολή και μάσκα.
Κι αυτές ήταν φτιαγμένες
από όμορφα κουρέλια
και κορδέλες από σκισμένα πανιά.
Όλοι έρρεαν
δίχως σειρές σαν σε παρελάσεις
και πετούσαν κομφετί
από παλιά ξεραμμένα γαλόνια.
Κι αυτά ήταν τα μόνα σύμβολα που υπήρχαν.
Σύμβολα
των ακαθοδήγητων συνειδήσεων
και των αυθόρμητων ιδεών
της ελευθερίας.
Κάθε ζωή
ήταν πηγαία έκφραση του είναι
απουσία αρχής
και ποίηση.
Στο κάθε τέλος της
ξεψυχούσε πλήρης,
με χαμόγελο.
Σ’ εκείνο τον τόπο
δίχως όνομα και σημαία
πήγα
κι εκεί είναι η πατρίδα μου.
Κι όσο περνάει ο καιρός
βυθίζεται σαν την ατλαντίδα
κι οι επίδοξοι εξερευνητές
ψάχνουν σε λάθος μέρος.
Η στάθμη ολοένα ανεβαίνει
και μας λεκιάζει
σκουριά
Μα πάνω στα χαλάσματα αυτού του κόσμου
θα πλάσουμε μία κοινωνία αλληλεγγύης
σαν και τη χώρα εκεί που πήγα.
