20110425

Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε με ξαναζεσταμένη σούπα απογραφής...


Την ώρα που το μαγαζί πτωχεύει, δεν πατάει άνθρωπος μέσα, ο ιδιοκτήτης έχει μπει στον (διεθνή) Τειρεσία και δεν μπορεί να δανειστεί για να ανανεώσει το εμπόρευμα και οι πιστωτές έχουν μπει μέσα και βγάζουν στο σφυρί ό,τι έχει απομείνει, πρώην και νυν διαχειριστές καυγαδίζουν για το αν καλώς ή κακώς παρέλαβε ο ένας από τον άλλο καταγράφοντας τι παρέλαβε.
Μαλώνουν δηλαδή για το αυτονόητο – αυτό που κάνει οποιοσδήποτε όταν παραλαμβάνει από τον προηγούμενο επιχειρηματία ακόμη και ένα περίπτερο... Έτσι, προχθές, την ώρα που οι συζητήσεις περί αναδιάρθρωσης έπαυαν πια να αποτελούν απλά σενάρια και έπαιρναν συγκεκριμένη μορφή, με συγκεκριμένες προτάσεις, (όπως αυτές διατυπώνονται πλέον στη λογική του «διαλέξτε και πάρτε, αλλά οπωσδήποτε κάτι απ’ όλα θα το πάρετε»), ξεκίνησε νέα εκστρατεία αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης.
Η συνεχιζόμενη (αποπροσανατολιστική) συζήτηση για το δημοσίευμα της «Χουριέτ» και τις δηλώσεις Πάγκαλου, οδήγησε αμέσως σε νέα (επίσης αποπροσανατολιστική) συζήτηση – ως γνωστόν η διόρθωση είναι χειρότερη του λάθους.
Την ώρα, λοιπόν, που τα spread και τα cds σημείωναν εφιαλτικά ρεκόρ και καθιστούσαν μακρινό όνειρο κάθε ενδεχόμενο να βγει η χώρα στις αγορές, βρεθήκαμε να συζητούμε για το αν καλώς ή κακώς έκανε η Νέα Δημοκρατία την απογραφή και αν καλώς ή κακώς έκανε το ΠΑΣΟΚ την καταγραφή.
Η κατάσταση του πολιτικού κόσμου έχει ως εξής: Όταν η Ν.Δ. έκανε την απογραφή, το ΠΑΣΟΚ την κατηγορούσε πως έβαλε την χώρα να «αυτοκαρφωθεί» (την έκφραση είχε χρησιμοποιήσει ο κ. Πάγκαλος). Όταν το ΠΑΣΟΚ έκανε την καταγραφή, η Νέα Δημοκρατία το κατηγόρησε ότι εξέθεσε την χώρα. Και τώρα, συμφωνούν όλοι μαζί ότι έκαναν λάθος! Περίπου μας λένε πως το μαγαζί έπεσε έξω όχι γιατί χρωστούσε, αλλά γιατί έψαξε να βρει τι και πού χρωστάει!
Στην πραγματικότητα, υποστηρίζουν πως ήταν δυνατόν να συνεχίσουμε να κρύβουμε στοιχεία από τους κουτόφραγκους και πως είναι δυνατόν να κρύψει κανείς ένα χρέος που το 2004 (επί απογραφής), είχε ξεπεράσει τα 200 δις ευρώ και το 2009 (επί καταγραφής) είχε ξεπεράσει τα 300 δις ευρώ και σήμερα βρίσκεται στα 340 δις ευρώ!
Στο Θεό σας, κρύβεται αυτό το χρέος; Αρκούσε δηλαδή να μην κάνουμε την απογραφή και την καταγραφή και όλα θα ήσαν σήμερα ειδυλλιακά;
Είναι δυνατόν τώρα να λέμε πως δεν έπρεπε να ξέρουμε πού βρισκόμαστε; Και πως μπορούσαμε να εμφανίζουμε για πάντα πλαστά στοιχεία, προϊόντα λογιστικών αλχημειών;
Και βέβαια η απογραφή ήταν προεκλογική δέσμευση της Νέας Δημοκρατίας και βάσει (και) αυτής ψηφίστηκε από τον λαό.
Και βέβαια η καταγραφή ήταν προεκλογική δέσμευση του ΠΑΣΟΚ και βάσει (και) αυτής ψηφίστηκε και αυτό από τον λαό.
Και βέβαια και στη μία και στην άλλη περίπτωση η Eurostat μας πίεζε να δώσουμε τα ακριβή στοιχεία.
Και βέβαια δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε να κρύβουμε το πρόβλημα κάτω από το χαλί, διότι απλά η Eurostat ΔΕΝ ΔΕΧΟΤΑΝ πλέον τα στοιχεία μας. Και επί ΠΑΣΟΚ και επί Νέας Δημοκρατίας, μας τα έστελναν πίσω με αστερίσκους.
Υπάρχουν στοιχεία που δεν διαψεύδονται: Το 2003 δεν είχαν γίνει δεκτά τα στοιχεία που η τότε κυβέρνηση είχε δώσει στην Κομισιόν και ο τότε υπουργός Εθνικής Οικονομίας κ. Χριστοδουλάκης είχε (4 Νοεμβρίου 2003) σπεύσει στον αρμόδιο Επίτροπο Σόλμπες για να δώσει εξηγήσεις. Ο τελευταίος μάλιστα, δεν τον είχε δεχθεί (κοτζάμ υπουργό κοτζάμ ευρωπαϊκής χώρας) προφασιζόμενος… φόρτο εργασίας.
Άλλωστε, όταν μπήκαμε σε επιτήρηση το 2004 - 2005, μας κατέστησαν σαφές ότι δεν τιμωρηθήκαμε για το αυξημένο, λόγω απογραφής, έλλειμμα (5,3% επί του ΑΕΠ) του 2004, αλλά επειδή από το 1997 ως το 2003 είχαμε ελλείμματα άνω του 3% και τα αποκρύπταμε.
Υπάρχει επίσης δήλωση του Επιτρόπου Αλμούνια εκείνης της περιόδου, όπου λέει ότι από το 1997 η ΕΕ θεωρούσε αναξιόπιστα τα στοιχεία που έδιδε η Ελλάδα, δεν τα επιβεβαίωνε, τα επέστρεφε με αστερίσκους και (πάντα κατά δήλωσή του), από το 1997 η Ελλάδα είχε μπει υπό επιτήρηση αυστηρότερη από όποια είχε επιβληθεί σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ.
Υπάρχει και δήλωση του τότε γενικού διευθυντή της Eurostat Άμπελε, σύμφωνα με την οποία το πρόβλημα με τα στοιχεία απασχολούσε την υπηρεσία του από τον Σεπτέμβριο του 2002. «Από το 2002 άρχισε το ξήλωμα», είχε γράψει, με αφορμή εκείνη τη δήλωση, η Ελευθεροτυπία, στις 23 Σεπτεμβρίου 2004.
Υπάρχει και η επίσημη ανακοίνωση της Κομισιόν (30 Νοεμβρίου 2004), με την οποία επέρριπτε τις ευθύνες για τα πλαστά στοιχεία στην Αθήνα, στη Eurostat και στον… εαυτό της! Ιδού μερικές από τις επισημάνσεις εκείνης της έκθεσης:
«Το 2002 έγινε σημαντική αναθεώρηση των δημοσιονομικών στοιχείων της Ελλάδας ΚΑΤΟΠΙΝ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ της Eurostat. (σ.σ. δηλαδή έγινε και τότε αναγκαστικά απογραφή). Έτσι, επιδεινώθηκε το έλλειμμα κατά 1% του ΑΕΠ το 2000 και κατά 1,3% το 2001. Αντίστοιχα, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 1,5% και 2,9%. Βασικοί λόγοι αναθεώρησης: Ελλιπής καταγραφή των αμυντικών δαπανών, υπερεκτίμηση πλεονάσματος ασφαλιστικών οργανισμών, αναθεώρηση προς τα κάτω των εκτιμήσεων για τα φορολογικά έσοδα».
Υπάρχει και η έκθεση της Κομισιόν (Μαΐου 2004) για την περίοδο Μάρτιος 2002 – Σεπτέμβριος 2002, από όπου προέκυπτε ότι η Eurostat δεν επιβεβαίωσε ή τροποποίησε μονομερώς τα στοιχεία που της απέστειλε η τότε κυβέρνηση σε πέντε περιπτώσεις:
-Τον Μάρτιο 2000, Σεπτέμβριο 2001 και Μάρτιο 2001, διότι τα στοιχεία δεν ήσαν προσαρμοσμένα με βάση τους διεθνείς λογιστικούς κανόνες.
-Τον Μάρτιο 2002, διότι ήσαν ελλιπείς οι πληροφορίες σχετικά με τα ομόλογα μετατρέψιμα σε μετοχές.
-Τον Σεπτέμβριο 2002 διότι ήσαν ανεπαρκή τα στοιχεία για σειρά κυβερνητικών συναλλαγών.
Στην έκθεση εκείνη επισημαινόταν ότι σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις ακολούθησε αναθεώρηση των στοιχείων μετά από παρέμβαση της Eurostat, η οποία πραγματοποίησε την έκτη και τελευταία της παρέμβαση στα τέλη Απριλίου 2004, επιβάλλοντας ουσιαστικά την απογραφή.
Υπάρχουν και τα Συμπεράσματα του Συμβουλίου υπουργών Οικονομικών για την αναθεώρηση των ελληνικών δημοσιονομικών στοιχείων (7.12.2004), καθώς και η τελική έκθεση Eurostat. Σύμφωνα με αυτά: Τα ελλείμματα ήσαν σταθερά πάνω από την τιμή αναφοράς από το 1997 και το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν μειώθηκε και δεν προσέγγισε την τιμή αναφοράς που καθορίζεται από το άρθρο 104 της Συνθήκης. Οι ελληνικές στατιστικές αρχές δεν παρείχαν ακριβείς πληροφορίες για μεγάλο χρονικό διάστημα και εμφάνιζαν σοβαρή αδυναμία στην παροχή των απαιτουμένων στοιχείων. Ανησυχητικό καταγραφόταν και το γεγονός ότι η Eurostat πιστοποίησε την ειδοποίηση των δημοσιονομικών στοιχείων της Ελλάδας τον Μάρτιο του 2000, παρά τα σημαντικά εκκρεμή θέματα. Και πως οι Εκθέσεις Σύγκλισης της Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεν επεσήμαναν προς το Συμβούλιο πιθανά προβλήματα. Και πως η Οικονομική και Νομισματική Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν αξιολογούσαν προσεκτικά τα στοιχεία.
Σημειώστε επίσης πως στα τέλη του Ιουνίου του 2004, κλιμάκιο της ΕΚΤ εγκαταστάθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να αντιληφθεί τι συμβαίνει και εμφανίζεται το αντιφατικό γεγονός να παρουσιάζουμε από τη μια υψηλή ανάπτυξη (4%) και από την άλλη μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Ένα μήνα μετά, στις 4 Ιουλίου 2004, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μας ενημέρωνε ότι θα πληρώνουμε τα χρέη που δημιουργήσαμε ως το 2100! Αλλά πού να ακούσουμε εμείς, που εκείνη ακριβώς την ημέρα παραληρούσαμε διότι η Ελλάδα είχε κατακτήσει το ευρωπαϊκό κύπελλο ποδοσφαίρου! (Κάτι το οποίο ουδόλως μείωσε το χρέος, αντίθετα το επιβάρυνε με τα διάφορα πριμ των πολιτευτάκηδων προς τους ποδοσφαιριστές).
Τέλος, στις 29 Νοεμβρίου του 2004, είχε καταφθάσει και νέο έγγραφο της Eurostat, όπου μας έλεγαν ότι τα στατιστικά στοιχεία εξακολουθούσαν να είναι ανακριβή.
Επιτέλους, για πόσο ακόμη διάστημα θα μπορούσε να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση με την επιστροφή στοιχείων με αστερίσκους και προσβλητικά έγγραφα;
Και επιτέλους, αυτό είναι το πρόβλημά μας; Και είναι δυνατόν να υποστηρίζουμε ακόμη – και μάλιστα δημοσίως – πως η Ελλάδα έπρεπε να συνεχίσει να κρύβει τα στοιχεία της;
Εξαιρετικά επίκαιρο ακούγεται ακόμη και σήμερα το άρθρο του Αδαμάντιου Πεπελάση στις 27 Σεπτεμβρίου του 2004, στα «Νέα», απόσπασμα του οποίου παραθέτω:
«Δεν είναι εικόνα αυτή σοβαρής ευρωπαϊκής χώρας που κάποτε μάλιστα ορισμένοι επαίροντο για την «ισχυρή» της οικονομία και σήμερα άλλοι διακηρύσσουν ότι θα σαγηνεύσουν τους ξένους επενδυτές. Έπρεπε ή δεν έπρεπε η δημοσιονομική απογραφή; Μα αυτό είναι το πρόβλημα ή η ίδια η δημοσιονομική αταξία; Και ενώ από το 2000 θα μπορούσαμε ως οφείλαμε να βάλουμε τάξη, το αποφύγαμε για χάρη της ψευδούς εικόνας».
Εκείνη την περίοδο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έστειλε και άλλο έγγραφο με απειλές για περικοπές κονδυλίων από το Ταμείο Συνοχής, αν η Ελλάδα δεν συμμορφώσει τα δημοσιονομικά της. Όπως ανέφερε το έγγραφο, «μια χώρα που ζητά ενισχύσεις δεν μπορεί να κατασπαταλά τους πόρους της, διότι αυτό σημαίνει ότι στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται την ενίσχυση»!
Ο κ. Πεπελάσης επανήλθε, με νέο άρθρο του στα «Νέα», στις 24 Ιανουαρίου του 2005, καθώς και τότε, όπως και σήμερα, συνεχιζόταν ο καυγάς για τα στοιχεία:
«Παρακολουθώ αυτές τις μέρες τις ατέρμονες συζητήσεις γύρω από τα οικονομικά μας, προσπαθώ να κατανοήσω, αλλά δεν είναι εύκολο. Είναι μελαγχολικό αν σκεφθείτε ότι τα πράγματα είναι σχετικώς απλά, αν κάποιος τα δει όπως είναι, και κυρίως όπως έγιναν. Όσοι με ήρεμο τρόπο ανέλυαν τα οικονομικά τα τελευταία χρόνια δεν προέβλεπαν ότι κάπως έτσι τελικά θα εξελίσσονταν τα πράγματα; Τα δημοσιονομικά. Το αγροτικό. Η ανάπτυξη. Η ανεργία... Απλώς τώρα «μπούκωσαν». Τα σημάδια ήσαν τότε εκεί, καθαρά. Έχασαν τις ευκαιρίες, όχι όμως τις ευθύνες για την ανίσχυρη οικονομία».
Και κατέληγε: «Δεν αντιλαμβάνονται ότι δεν έχει πια νόημα να επαναφέρουν το θέμα της «απογραφής»; Προκαλούν τεχνοκράτες των Βρυξελλών για να πάρουν αποστομωτικές απαντήσεις. Μη συνεχίζετε, δεν ωφελεί κανέναν και τίποτα. Μας εκθέτετε περισσότερο. Συνέλθετε». Επτά χρόνια μετά, εξακολουθούμε να λέμε τα ίδια…
Και επιτέλους, αυτό που έπρεπε να συζητάμε τώρα είναι οι προβλέψεις που κάνουν η Goldman Sachs, η JP Morgan και η Citigroup στις χθεσινές εκθέσεις τους.
Η Citigroup συνιστά «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων της τάξης του 40%, σε συνδυασμό με επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων, μείωση των επιτοκίων, περισσότερα μέτρα λιτότητας και πώληση δημόσιας περιουσίας, προκειμένου να καταστεί βιώσιμο το ελληνικό χρέος. Υποστηρίζει μάλιστα πως όσο πιο γρήγορα συμβεί αυτό τόσο το καλύτερο.
Αυτό έπρεπε να συζητάμε τώρα. Ούτε την απογραφή, ούτε την καταγραφή, αλλά ούτε και το mail που έστειλε ένας αναλυτής του ομίλου σε συνάδελφό του, καταγράφοντας τις εκτιμήσεις του, που ο ίδιος ο όμιλος στον οποίο εργάζεται περιέλαβε στην επίσημη έκθεσή του.
Η επενδυτική τράπεζα JP Morgan πάλι, διαφωνεί μεν με την προοπτική της αναδιάρθρωσης, αλλά δεν θεωρεί ότι η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει να δανείζεται από τους Ευρωπαίους εταίρους της επ’ άπειρον – όχι όσο εμπλέκονται χώρες όπως η Γερμανία, προσθέτει.
Όχι τυχαία. Χθες, στη Γερμανία, το κόμμα του κυβερνητικού συνασπισμού Ελεύθεροι Δημοκράτες, προκάλεσε θύελλα, υπεραμυνόμενο του δικαιώματος της Μπούντεσταγκ να θέτει βέτο σε μελλοντικές γερμανικές καταβολές στο πλαίσιο του μόνιμου ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης (ESM) που θα λειτουργήσει μετά το 2013.
Η Goldman Sachs πάλι, υποστηρίζει ότι το συνολικό πλήγμα στα κεφάλαια των ευρωπαϊκών τραπεζών θα κινηθεί μεταξύ 13 και 41 δις ευρώ σε περίπτωση «κουρέματος» των ελληνικών ομολόγων. Υποστηρίζει ότι αυτό είναι κάτι που θα το αντέξουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες, αλλά δεν πιστεύει ότι θα τα καταφέρουν οι ελληνικές χωρίς νέες ενισχύσεις, καθώς θα χάσουν από 8 ως 25 δις ευρώ.
Ο Economist πάλι, προτείνει για την Ελλάδα την λύση μιας τολμηρής αναδιάρθρωσης του ελληνικού σχεδίου, στα αχνάρια του σχεδίου της δεκαετίας του 1980, που ο τότε υπουργός των Οικονομικών των ΗΠΑ Νίκολας Μπρέιντι είχε εκπονήσει για τις χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Και, όπως επίσης γράφει ο Economist, «μετά από 12 μήνες επίσημων διαψεύσεων, η αναδιάρθρωση δεν είναι πια ταμπού. Οι πολιτικοί μπορεί να προτιμούν την ήπια λύση του ανασχεδιασμού αλλά τα οικονομικά οδηγούν σε μία πιο σκληρή λύση: Μία σημαντική μείωση της αξίας στο πλαίσιο ευρύτερου προγράμματος μεταρρυθμίσεων. Μία σωστή αναδιάρθρωση είναι νομικά δυνατή και οικονομικά απαραίτητη. Αυτό που την εμποδίζει είναι η πολιτική δειλία».
Αυτά έπρεπε να συζητάμε τώρα, την ώρα που η τρόικα περιμένει λεπτομέρειες για το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα (που ο κ. Παπανδρέου πριν από μια εβδομάδα μετέθεσε για μετά το Πάσχα, τρελαίνοντας τις αγορές).
Ούτε για την «Χουριέτ», ούτε για τον Πάγκαλο, ούτε για τον Αλογοσκούφη, ούτε για την απογραφή, ούτε για την καταγραφή.
Αν θέλαμε να ρωτήσουμε κάτι για το παρελθόν, υπάρχουν δυο-τρία πράγματα που μπορούμε να ρωτήσουμε και τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ.
Τη Νέα Δημοκρατία: Τι συνέβη μεταξύ του 2007 και του 2009, με δεδομένο ότι τον Ιούνιο του 2007 είχαμε πανηγυρικά εξέλθει από την διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος;
Το ΠΑΣΟΚ: Τι ακριβώς έκανε μεταξύ του Οκτωβρίου του 2009 και του Απριλίου του 2010 για να αποφύγουμε την προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης; Διότι, απ’ όσο γνωρίζουμε, γενικό γραμματέα για το ΕΣΠΑ εδέησε να τοποθετήσει τον Ιανουάριο του 2010.
Μ' αυτά και μ' αυτά, ο κ. Πάγκαλος μπορεί να είναι ευχαριστημένος. Μια βόλτα ως την Πόλη πήγε και πέτυχε να αποκηρύξουν οι αντίπαλοί του τον εαυτό τους...